Η πάθηση προκαλεί αύξηση του σακχάρου στο αίμα (γλυκόζη) σε επικίνδυνα υψηλά επίπεδα.

Αν και πολλοί είναι οι άνθρωποι που εμφανίζουν λίγα συμπτώματα (κάποιοι κανένα), τα υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα και ο αρρύθμιστος διαβήτης μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές επιπλοκές.

Τέτοιες είναι οι βλάβες στα μάτια και το νευρικό σύστημα, αλλά και ο αυξημένος κίνδυνος καρδιακής νόσου μέσω της ταχέως επιταχυνόμενης αθηροσκλήρωσης (στένωση των αρτηριών).

Οι κυριότερες εκδηλώσεις της αθηροσκλήρωσης στο διαβήτη περιλαμβάνουν τη στεφανιαία νόσο (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου), το εγκεφαλικό επεισόδιο και τη διαταραχή της κυκλοφορίας του αίματος στα πόδια. Η τελευταία μπορεί να καταλήξει σε γάγγραινα.

Δυστυχώς, τις εκδηλώσεις αυτές τις συναντούμε, κατά κανόνα, σε νεότερη ηλικία στα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη. Η δυσμενής εξέλιξη είναι επίσης πολύ πιο γρήγορη από ότι στα άτομα χωρίς διαβήτη.

Διαβήτης και φάρμακα

Στον διαβήτη τύπου 2, το σώμα σταματά να διαχειρίζεται αποτελεσματικά την ινσουλίνη, μια ορμόνη που βοηθά στην απομάκρυνση της γλυκόζης από το αίμα, μεταφέροντάς τη στα μυϊκά κύτταρα όπου χρησιμοποιείται για ενέργεια. Η γλυκόζη συσσωρεύεται στο σώμα, προκαλώντας μακροχρόνιες βλάβες.

Μία ένδειξη διαβήτη είναι το σάκχαρο στα ούρα. Στη συνέχεια, μπορεί να πραγματοποιηθεί εξέταση σακχάρου αίματος για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση.

Πρόκειται όμως για στιγμιαίο αποτέλεσμα. Για να είναι αξιόπιστη η διάγνωση, πρέπει να γίνεται εξέταση αίματος HbA1c (γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης).

Η μέτρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση του μακροπρόθεσμου ελέγχου των συγκεντρώσεων γλυκόζης στο αίμα σε διαβητικούς ασθενείς, στη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη και στον εντοπισμό ασθενών με αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης διαβήτη (προδιαβήτη).

Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη επηρεάζεται από τις τιμές σακχάρου όλου του 24ώρου των τελευταίων 2-3 μηνών. Έτσι σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη μετριέται η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη για να ελεγχθεί πόσο καλά είναι ρυθμισμένο το σάκχαρο. Όσο πιο κοντά στο φυσιολογικό ποσοστό είναι η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, τόσο πιο καλή είναι η ρύθμιση του διαβήτη.

Οι επιστημονικές εταιρείες έχουν καθορίσει στόχους για το πόσο πρέπει να είναι η ανώτατη αποδεκτή τιμή. Για τον διαβήτη τύπου 1, ο στόχος είναι κάτω από 6.5%. Για τον διαβήτη τύπου 2, η Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία, αλλά και διαβητολογικές εταιρείες από άλλες χώρες, έχουν θέσει ως στόχο ποσοστό μικρότερο από 7%, ενώ σε άλλες χώρες είναι πιο αυστηροί και έχουν στόχο κάτω από 6.5%. Όταν το ποσοστό είναι μεγαλύτερο, ο γιατρός και ο ασθενής πρέπει να αυξήσουν τις προσπάθειές τους, ώστε η ρύθμιση του σακχάρου να είναι καλύτερη. Για τις εγκύους με διαβήτη, ο στόχος είναι κάτω από 5.9% και η εξέταση πρέπει να γίνεται συχνότερα, για πιο στενή παρακολούθηση.

Η μετφορμίνη είναι ένα από τα πιο συχνά συνταγογραφούμενα φάρμακα για τον διαβήτη στον κόσμο και συνταγογραφείται συχνότερα σε άτομα που ζουν με διαβήτη τύπου 2, είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα ή που έχουν διαβήτη τύπου 1 αλλά παρουσιάζουν σοβαρή αντίσταση στην ινσουλίνη.

Η μετφορμίνη εγκρίθηκε για τη θεραπεία του διαβήτη στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1950. Η έγκρισή της σε άλλες ηπείρους, ωστόσο, καθυστέρησε αρκετά. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ εγκρίθηκε για πρώτη φορά από το FDA το 1995.

Οι γιατροί χορηγούν εδώ και αρκετά χρόνια το φάρμακο αυτό και για άλλες ενδείξεις.

Σε αυτές περιλαμβάνονται:

  • Προδιαβήτης: Οι ασθενείς με προδιαβήτη έχουν αυξημένα επίπεδα γλυκόζης αίματος, όχι όμως αρκετά υψηλά για να τεθεί η διάγνωση του διαβήτη τύπου 2. Στους ασθενείς αυτούς η μετφορμίνη μπορεί να καθυστερήσει την εμφάνιση του διαβήτη ή ακόμα και να αποτρέψει εντελώς την εμφάνισή του.
  • Διαβήτης κύησης: Αρκετές γυναίκες παρουσιάζουν αυξημένα επίπεδα γλυκόζης αίματος κατά τη διάρκεια της κύησης, τα οποία ωστόσο επανέρχονται σε φυσιολογικά επίπεδα μετά τον τοκετό. Η μετφορμίνη μπορεί να περιορίσει τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σε αυτές της γυναίκες.

Το αν θα σταματήσετε ή όχι τη μετφορμίνη, είναι κάτι που θα το αποφασίσει ο γιατρός σας, ο οποίος θα το κρίνει με βάση την εξέταση γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης και αν οι τιμές κινούνται εντός φυσιολογικών ορίων.

Πηγή