Τα άτομα που έλαβαν το φάρμακο απρεμιλάστη (apremilast) μείωσαν την κατανάλωση αλκοόλ κατά περισσότερο από 50% – συγκεκριμένα από πέντε σε δύο ποτά την ημέρα.

«Δεν έχω ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο» ανέφερε μια εκ των δύο κύριων συγγραφέων της μελέτης, η αναπληρώτρια καθηγήτρια Συμπεριφορικής Νευροεπιστήμης στην Ιατρική Σχολή του OHSU Άντζελα Όζμπορν.

Η Όζμπορν και οι συνεργάτες της ξεκίνησαν το 2015 την αναζήτηση σε μια γενετική βάση δεδομένων, προκειμένου να εντοπίσουν φαρμακευτικές ουσίες οι οποίες θα μπορούσαν να καταστείλουν την έκφραση γονιδίων τα οποία συνδέονται με την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Η απρεμιλάστη, ένα αντιφλεγμονώδες φάρμακο που έχει εγκριθεί σε Ευρώπη και ΗΠΑ ενάντια στην ψωρίαση και την ψωριασική αρθρίτιδα, φάνηκε πολλά υποσχόμενο.

Αλκοολισμός και θεραπεία

Οι ερευνητές δοκίμασαν το φάρμακο σε διαφορετικά μοντέλα ποντικών με γενετική προδιάθεση για μέτρια ως υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Σε όλες τις περιπτώσεις η απρεμιλάστη μείωσε την κατανάλωση αλκοόλ.

Συγκεκριμένα οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι η ουσία πυροδοτούσε την αύξηση της δραστηριότητας στον επικλινή πυρήνα, περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την ανταμοιβή και τον έλεγχο της κατανάλωσης αλκοόλ.

Στη συνέχεια οι ειδικοί του Ερευνητικού Ινστιτούτου Scripps στη Λα Χόγια της Καλιφόρνιας, δοκίμασαν την απρεμιλάστη σε ανθρώπους. Οι ερευνητές διεξήγαγαν διπλή τυφλή κλινική δοκιμή με συμμετοχή 51 ατόμων που έλαβαν θεραπεία διάρκειας 11 ημερών.

«Η μεγάλη επίδραση της απρεμιλάστης στη μείωση της κατανάλωσης αλκοόλ σε συνδυασμό με το ότι ήταν καλά ανεκτή από τους συμμετέχοντες, μαρτυρεί ότι αποτελεί άριστο υποψήφιο για περαιτέρω αξιολόγηση ως νέα θεραπεία για άτομα με διαταραχή χρήσης αλκοόλ» σημείωσε η άλλη κύρια συγγραφέας της μελέτης Μπάρμπαρα Μέισον, καθηγήτρια στο Τμήμα Μοριακής Ιατρικής του Scripps.

Η μελέτη αφορούσε άτομα με διαταραχή χρήσης αλκοόλ τα οποία δεν αναζητούσαν κάποιο είδος θεραπείας και η Δρ. Μέισον προέβλεψε ότι το φάρμακο θα είναι ακόμη πιο αποτελεσματικό σε άτομα που έχουν στόχο να μειώσουν την κατανάλωση αλκοόλ.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση Journal of Clinical Investigation.

Πηγή