Εξετάζοντας δεδομένα δεκαετιών για περισσότερες από 5.000 γυναίκες, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσες είχαν αφαιρέσει και τις δύο ωοθήκες πριν από την ηλικία των 43 ετών, είχαν πενταπλάσιες πιθανότητες να διαγνωστούν τελικά με τη νόσο του Πάρκινσον, σε σύγκριση με τις συνομήλικές τους που δεν είχαν χειρουργηθεί.

Οι ειδικοί είπαν ότι τα ευρήματά τους δεν αποδεικνύουν ότι η χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης ωοθηκών προκαλεί τη νόσο του Πάρκινσον, συμβαδίζουν όμως με τα ευρήματα προηγούμενων μελετών και υποστηρίζουν τη θεωρία ότι η πρόωρη απώλεια οιστρογόνων μπορεί να συμβάλει στην εμφάνιση της νόσου του Πάρκινσον σε ορισμένες γυναίκες.

Η νόσος του Πάρκινσον επηρεάζει σχεδόν 1 εκατομμύριο ανθρώπους στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Είναι μια ασθένεια του εγκεφάλου που με την πάροδο του χρόνου καταστρέφει ή απενεργοποιεί τα κύτταρα που παράγουν ντοπαμίνη, μια χημική ουσία που βοηθά στη ρύθμιση της κίνησης και των συναισθηματικών αντιδράσεων.

Τα πιο ορατά συμπτώματα της νόσου του Πάρκινσον σχετίζονται με την κίνηση -τρόμος, δυσκαμψία άκρων και προβλήματα συντονισμού- αλλά περιλαμβάνουν και άλλα, όπως κατάθλιψη, ευερεθιστότητα, προβλήματα μνήμης και σκέψης.

Η νόσος του Πάρκινσον είναι περίπου δύο φορές πιο συχνή στους άνδρες από ότι στις γυναίκες. Αυτό υποδηλώνει ότι τα οιστρογόνα επιδρούν θετικά στα κύτταρα που παράγουν ντοπαμίνη, σύμφωνα με τον Δρα Walter Rocca, επικεφαλής της μελέτης και νευρολόγο στην Mayo Clinic στο Rochester της Μινεσότα.

Οι ωοθήκες είναι η κύρια πηγή οιστρογόνων στο σώμα μιας γυναίκας. Εάν μια γυναίκα αφαιρέσει και τις δύο ωοθήκες πριν από την εμμηνόπαυση, προκαλείται απότομη πτώση των οιστρογόνων. Και αυτό, σύμφωνα με τον Rocca, μπορεί να σημαίνει απώλεια των προστατευτικών επιδράσεων της ορμόνης στον εγκέφαλο.

Προηγούμενες έρευνες έχουν συνδέσει την αμφοτερόπλευρη ωοθηκεκτομή, όπως λέγεται η χειρουργική αφαίρεση και των δύο ωοθηκών, με αυξημένο κίνδυνο για τη νόσο του Πάρκινσον χρόνια αργότερα. Δεν έχουν καταλήξει όμως όλες οι μελέτες σε αυτό το συμπέρασμα.

Η ομάδα του Rocca έψαξε βαθύτερα εάν η ηλικία κατά την οποία γίνεται η επέμβαση είναι το κλειδί. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν αρχεία υγείας περίπου 5.500 γυναικών από τη Μινεσότα, οι μισές από τις οποίες είχαν υποβληθεί σε αμφοτερόπλευρη ωοθηκεκτομή μεταξύ 1950 και 2007. Οι άλλες μισές δεν είχαν αφαιρέσει τις ωοθήκες.

Οι γυναίκες που υποβλήθηκαν σε αφαίρεση ωοθηκών, το έκαναν είτε για τη θεραπεία μη σχετιζόμενου με καρκίνο πρόβλημα, όπως είναι οι κύστεις ή άλλα μορφώματα, είτε για να μειώσουν τον κίνδυνο καρκίνου των ωοθηκών. Οι γυναίκες που υποβάλλονται σε υστερεκτομή (αφαίρεση της μήτρας) κάποιες φορές αφαιρούν και τις ωοθήκες, με στόχο την πρόληψη του καρκίνου των ωοθηκών – μια συχνά θανατηφόρα ασθένεια.

Ο Rocca και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι το 1% όλων των γυναικών που συμμετείχαν στη μελέτη ανέπτυξαν τελικά νόσο του Πάρκινσον, ενώ ένα άλλο 1,5% διαγνώστηκε με παρκινσονισμό – εμφάνιση συμπτωμάτων παρόμοιων με εκείνων της νόσου Πάρκινσον, αλλά τα υποκείμενα αίτια ποικίλλουν.

Οι περιπτώσεις ήταν περισσότερες μεταξύ των 2.750 γυναικών που είχαν αφαιρέσει και τις δύο ωοθήκες: 32 περιπτώσεις Πάρκινσον, έναντι 21 στην ομάδα σύγκρισης και 50 περιπτώσεις παρκινσονισμού έναντι 32 περιπτώσεων στην ομάδα ελέγχου.

Όταν οι ερευνητές εξέτασαν λεπτομερέστερα, διαπίστωσαν ότι ο κίνδυνος εξαρτάται από την ηλικία: Οι γυναίκες που είχαν αφαιρέσει τις ωοθήκες τους πριν από την ηλικία των 43 ετών είχαν πέντε φορές περισσότερες πιθανότητες από άλλες γυναίκες στην ηλικία τους να διαγνωστούν με νόσο του Πάρκινσον.

Η αμφοτερόπλευρη αφαίρεση ωοθηκών σε μεγαλύτερη ηλικία δεν συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο.

Αν και αυτοί οι τύποι μελετών δεν μπορούν να αποδείξουν σχέση αιτίας-αποτελέσματος, ο Rocca είπε ότι «συνδυάζοντας τα ευρήματα αυτής της μελέτης με τα ευρήματα παρόμοιων μελετών και με όσα είναι γνωστά για τις βιολογικές επιδράσεις των οιστρογόνων στον εγκέφαλο, είναι λογικό να προκύπτει ότι η αφαίρεση και των δύο ωοθηκών έχουν αιτιολογική επίδραση στον κίνδυνο της νόσου του Πάρκινσον».

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκα στη διαδικτυακή έκδοση της επιστημονικής επιθεώρησης JAMA Network Open.

Πηγή